Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για σοβαρή διαταραχή της παγκόσμιας τροφοδοσίας καυσίμων, σε μια από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές περιοχές του πλανήτη. Η ένταση στη Μέση Ανατολή, με επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και αυξανόμενο κίνδυνο εμπλοκής περισσότερων χωρών της περιοχής, έχει ήδη δημιουργήσει ισχυρή νευρικότητα στις διεθνείς αγορές.
Το Brent έχει ήδη ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι ενώ μέχρι την Παρασκευή είχε καταγράψει άνοδο κατά 28% μέσα σε μια εβδομάδα, με τους επενδυτικούς οίκους να προειδοποιούν ότι σε περίπτωση περαιτέρω διαταραχών στις ροές πετρελαίου οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και προς τα 150 δολάρια. Ομοίως, για το φυσικό αέριο, στην Ευρώπη, το TTF κατέγραψε άνοδο 70% μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, το σημαντικότερο «σημείο πνιγμού» (chokepoint) του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου, από όπου διέρχεται περίπου το 25% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και μεγάλες ποσότητες LNG. Η απειλή επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια ή ακόμη και ενός προσωρινού αποκλεισμού της θαλάσσιας οδού έχει οδηγήσει σε καθυστερήσεις στη ναυτιλία και σε περιορισμό παραγωγής σε ορισμένες χώρες της περιοχής, όπως το Κουβέιτ, ενώ εταιρείες ενέργειας και κυβερνήσεις, όπως εκείνη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, εξετάζουν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς.
Ορισμένες χώρες του Κόλπου διαθέτουν αγωγούς που παρακάμπτουν το Ορμούζ -όπως ο αγωγός Habshan-Fujairah στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που μεταφέρει πετρέλαιο απευθείας στον Ινδικό Ωκεανό– ωστόσο η συνολική εναλλακτική δυναμικότητα παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις τεράστιες ποσότητες που διέρχονται καθημερινά από το στενό.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα καλύπτεται κυρίως από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω άλλων διαδρομών και κυρίως μέσω φορτίων LNG από ΗΠΑ, ένταση αυτή έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται στις τιμές της ενέργειας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η ενεργειακή αναταραχή έχει οδηγήσει σε αυξήσεις που φτάνουν έως και 27% σε ορισμένα ενεργειακά προϊόντα, ενώ οι επιπτώσεις έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και στη λιανική αγορά καυσίμων.
Η χώρα μας δεν κινδυνεύει να ξεμείνει από καύσιμα αλλά από μεγάλες ανατιμήσεις. Μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να μεταφραστεί σε νέα άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου και καυσίμων. Σε μια αγορά όπως η ελληνική, όπου η λιανική τιμή επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς διακυμάνσεις του αργού και του φυσικού αερίου, ένα νέο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να μεταφερθεί σχετικά γρήγορα και στα πρατήρια.
Στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής η αμόλυβδη βενζίνη καταγράφει άνοδο περίπου 4%, ενώ το ντίζελ κίνησης έχει αυξηθεί έως και 11%, με την αγορά να καταγράφει ήδη νέες ανατιμήσεις.
Το θέμα βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο των κυβερνητικών παρεμβάσεων για την πορεία των τιμών. Η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διευκρίνισε ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα εργαλεία ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην αγορά καυσίμων και να προστατευθεί η κοινωνία εφόσον οι διεθνείς πιέσεις ενταθούν. Την ίδια στιγμή, αρμόδια κυβερνητική πηγή μιλώντας στο Insider.gr αναφέρει ότι «παρακολουθούμε καθημερινά και πολύ στενά την κατάσταση τόσο στις διεθνείς αγορές ενέργειας όσο και στο γεωπολιτικό πεδίο. Σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία επανεκτιμούμε διαρκώς τα δεδομένα και αναπροσαρμόζουμε τη στρατηγική μας, ώστε να υπάρχει ετοιμότητα για άμεση αντίδραση σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης».
Ταυτόχρονα, σε επίπεδο ενεργειακής ασφάλειας, η χώρα διαθέτει το θεσμοθετημένο «μαξιλάρι» στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 90 ημέρες κατανάλωσης, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα αποθέματα ασφαλείας των κρατών-μελών.
Πότε η Ελλάδα κόντεψε να ξεμείνει από καύσιμα
Παρά το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα δεν διατρέχει κίνδυνο να ξεμείνει από καύσιμα, η ιστορία έχει δείξει ότι σε ακραίες συνθήκες όλα είναι πιθανά. Ακόμη και εάν δεν υπάρξει σοβαρή έλλειψη καυσίμων, οι τυχόν απαγορευτικές τιμές θα είχαν παρόμοιο αποτέλεσμα.
Η ιστορία δείχνει ότι η χώρα σπάνια αντιμετωπίζει πραγματική έλλειψη, όμως αρκετές φορές βρέθηκε στα όρια της ενεργειακής της αντοχής. Πόλεμοι, ενεργειακές κρίσεις ή χρηματοπιστωτικές αναταράξεις έχουν φέρει κατά καιρούς το ελληνικό σύστημα στο σημείο να ανησυχεί για την τροφοδοσία σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, λιγνίτη και τα προϊόντα τους, από τη βενζίνη και το diesel μέχρι το πετρέλαιο θέρμανσης και το jet fuel.
Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις σύγχρονες ενεργειακές κρίσεις, υπάρχουν περίοδοι όπου η Ελλάδα πλησίασε επικίνδυνα σε ένα ενεργειακό μπλακ άουτ.
Κατοχή: Όταν η Ελλάδα έμεινε πραγματικά χωρίς καύσιμα
Η πιο δραματική περίοδος ενεργειακής έλλειψης στην Ελλάδα ήταν η γερμανική Κατοχή. Η χώρα αποκλείστηκε εμπορικά και οι εισαγωγές πετρελαίου σχεδόν μηδενίστηκαν.
Την εποχή εκείνη – όπως και τώρα – η Ελλάδα δεν διέθετε εγχώρια παραγωγή υδρογονανθράκων και εξαρτιόταν πλήρως από εισαγωγές. Με τον πόλεμο, τα καύσιμα έγιναν στρατηγικό αγαθό που ελέγχαν οι δυνάμεις κατοχής.
Οι συνέπειες ήταν ακραίες: τα αυτοκίνητα σχεδόν εξαφανίστηκαν από τους δρόμους, τα μέσα μεταφοράς λειτουργούσαν ελάχιστα, πολλά οχήματα μετατράπηκαν σε αεριοκίνητα με ξυλάνθρακα (gasifiers) και η βιομηχανία υπολειτουργούσε λόγω έλλειψης καυσίμων. Στην πράξη, η χώρα έζησε μια πλήρη ενεργειακή κατάρρευση.
1973: Η πετρελαϊκή κρίση που κατέστησε τη βενζίνη δυσεύρετη
Η πρώτη μεγάλη ενεργειακή αναταραχή της μεταπολεμικής περιόδου ήρθε με το πετρελαϊκό εμπάργκο του ΟΠΕΚ το 1973, μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ.
Οι χώρες του ΟΠΕΚ περιόρισαν την παραγωγή και η τιμή του πετρελαίου εκτινάχθηκε από περίπου 3 δολάρια το βαρέλι σε 12 δολάρια, δηλαδή σχεδόν τετραπλασιάστηκε μέσα σε λίγους μήνες.
Για την Ελλάδα, που ήδη εξαρτιόταν σχεδόν πλήρως από εισαγόμενο πετρέλαιο, αυτό σήμαινε φόβο για ελλείψεις βενζίνης και diesel και δραστική αύξηση τιμών στα καύσιμα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες επιβλήθηκαν περιορισμοί στη χρήση αυτοκινήτων. Η Ελλάδα δεν έμεινε τελικά χωρίς καύσιμα, αλλά η κρίση αποκάλυψε πόσο ευάλωτη ήταν η οικονομία στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
1979: Η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση και η στροφή στον λιγνίτη
Λίγα χρόνια αργότερα, η Ιρανική Επανάσταση του 1979 και η σημαντική μείωση της παραγωγής πετρελαίου από το Ιράν προκάλεσαν νέα παγκόσμια ενεργειακή αναταραχή. Οι τιμές εκτινάχθηκαν ξανά, με το πετρέλαιο να ανεβαίνει από περίπου 14–15 δολάρια το βαρέλι σε πάνω από 35 δολάρια, προκαλώντας έντονες ανησυχίες για την επάρκεια καυσίμων σε πολλές χώρες.
Η Ελλάδα αντιμετώπισε έντονες πιέσεις με αυξήσεις τιμών στη βενζίνη και στο πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία αυξήθηκε σημαντικά. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υιοθετήθηκαν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, όπως περιορισμοί στη χρήση καυσίμων, μειώσεις ορίων ταχύτητας και σε ορισμένες περιπτώσεις απαγορεύσεις κυκλοφορίας αυτοκινήτων τις Κυριακές, προκειμένου να περιοριστεί η κατανάλωση πετρελαίου.
Στην χώρα μας, η κρίση επιτάχυνε τη στρατηγική στροφή προς τον λιγνίτη. Η ΔΕΗ άρχισε να βασίζεται ακόμη περισσότερο στα μεγάλα λιγνιτικά κοιτάσματα της Πτολεμαΐδας και της Μεγαλόπολης ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Η παραγωγή λιγνίτη αυξήθηκε σημαντικά, από περίπου 20 εκατ. τόνους στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σε πάνω από 50 εκατ. τόνους στα μέσα της δεκαετίας του 1980, με αποτέλεσμα ο λιγνίτης να καλύπτει για πολλά χρόνια ακόμη και πάνω από το 70% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.
2009: Η Ευρώπη παγώνει και η Ελλάδα κινδυνεύει να ξεμείνει από φυσικό αέριο
Η Ελλάδα βρέθηκε ξανά κοντά σε ενεργειακό στρες τον Ιανουάριο του 2009, όταν η διαμάχη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας διέκοψε τη ροή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Τότε η Ελλάδα εξαρτιόταν σχεδόν πλήρως από ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ήταν υψηλή λόγω του ψύχους και οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου κινδύνευαν να μείνουν χωρίς καύσιμο. Η χώρα απέφυγε την κρίση χάρη στη χρήση αποθεμάτων LNG στη Ρεβυθούσα και στην αυξημένη λειτουργία λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.
2010-2012: Η δημοσιονομική κρίση και ο φόβος ότι δεν θα μας πουλήσουν πετρέλαιο
Μια λιγότερο γνωστή αλλά πραγματική απειλή για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης.
Ορισμένοι διεθνείς προμηθευτές πετρελαίου και traders ζητούσαν πληρωμές προκαταβολικά ή αυξημένες εγγυήσεις, ενώ τα ασφάλιστρα κινδύνου για φορτία που κατευθύνονταν προς την Ελλάδα αυξήθηκαν αισθητά.
Οι ελληνικές εταιρείες διύλισης χρειάστηκε να κινηθούν προσεκτικά για να διασφαλίσουν τις εισαγωγές αργού πετρελαίου.
2021-2022: Η ενεργειακή κρίση που εκτόξευσε τις τιμές
Η πιο πρόσφατη περίοδος έντονης ανησυχίας ήταν η ενεργειακή κρίση που κορυφώθηκε το 2021-2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Οι τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου εκτινάχθηκαν σε ιστορικά επίπεδα. Το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στο ολλανδικό hub TTF ξεπέρασε τον Αύγουστο του 2022 ακόμη και τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ το πετρέλαιο Brent κινήθηκε πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι, προκαλώντας έντονες ανησυχίες για ενεργειακή επάρκεια στην Ευρώπη.
Η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε πραγματική έλλειψη καυσίμων, αλλά χρειάστηκε να αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές LNG μέσω της Ρεβυθούσας, να ενεργοποιήσει εκ νέου λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και να διαθέσει κρατικές επιδοτήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ (fuel pass κλπ) για να συγκρατήσει τις αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος και στα καύσιμα.
Αν η Ελλάδα ξεμείνει ποτέ από καύσιμα…
Το ενδεχόμενο πραγματικής έλλειψης καυσίμων στην Ελλάδα θεωρείται σχεδόν απίθανο, καθώς η χώρα διαθέτει πολλαπλές πηγές προμήθειας και μηχανισμούς ενεργειακής ασφάλειας. Ωστόσο, σε περίπτωση σοβαρής διεθνούς διαταραχής στην αγορά ενέργειας, θα μπορούσαν να εμφανιστούν πιέσεις στην αγορά καυσίμων, κυρίως μέσω αυξήσεων τιμών ή περιορισμών στη διαθεσιμότητα ορισμένων προϊόντων όπως η βενζίνη, το diesel ή το πετρέλαιο θέρμανσης.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, μεταξύ των οποίων τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που αντιστοιχούν σε περίπου 90 ημέρες κατανάλωσης, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Παράλληλα, οι αρχές μπορούν να προχωρήσουν σε μέτρα εξοικονόμησης ή προτεραιοποίησης της τροφοδοσίας σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία βασικών υπηρεσιών.
