Κανείς στην Ελλάδα δεν έχει κάνει σινεμά σαν τον Γιώργο Πανουσόπουλο. Επειδή τα μάτια του μέσα από την κάμερα έβλεπαν τον κόσμο αλλιώς: όμορφο, γεμάτο ωραίες γυναίκες κι ωραίους άντρες, θάλασσα, καλοκαίρι, πάθος και πάθη, ενοχές κι ευδαιμονία. Κι επειδή η προσωπικότητά του κι η ζωή του έκαναν τις ταινίες του πειστικές, συναρπαστικές. Κι επειδή η κάμερα ήταν φυσική συνέχεια των ματιών και των χεριών του.
Σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας, ο Γιώργος Πανουσόπουλος υπέγραψε μέχρι το 2004 επτά ταινίες ως σκηνοθέτης και το 2018 τις έκανε οκτώ. Ξεκινώντας… αντίστροφα, με μια μελέτη στο χρόνο και στην ωριμότητα με το «Ταξίδι του Μέλιτος» το 1979, συνέχισε με, ξαφνικά, μια από τις ωραιότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, τους «Απέναντι», το 1981, ξέσπασε διονυσιακά στη «Μανία» το 1985, γέμισε την οθόνη έρωτα στο «Μ’ Αγαπάς;» το 1989, βυθίστηκε στο απαγορευμένο στην «Ελεύθερη Κατάδυση» το 1995, περπάτησε στην Αθήνα στο «Μια Μέρα τη Νύχτα» το 2001, άφησε τις γυναίκες να κατασπαράξουν τη λεία τους στην «Τεστοστερόνη», το 2004 και μοιράστηκε το… μυστικό της αιώνιας ζωής, στην Ικαρία, στο «Σ’ Αυτή τη Χώρα Κανείς Δεν Ηξερε να Κλαίει».
Με αφορμή την έξοδο εκείνης, της τελευταίας ταινίας του, ο Γιώργος Πανουσόπουλος έκανε τότε στο Flix ένα δώρο. Στάθηκε απέναντι στην κάμερα του Νίκου Πάστρα και μάς μίλησε για όλα. Για κάθε του ταινία, για τη γυναίκα της ζωής του, την Μπέτυ Λιβανού, για την ανατροπή που λεγόταν Αρης Ρέτσος, για τους ανθρώπους που είχε κοντά του, τον Νίκο Περάκη και τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο, για τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Νίκο Νικολαΐδη, για τον «μαθητή» του φωτογράφο, Χρήστο Καραμάνη, για σινεμά και έρωτες και Παπαδιαμάντη, για μια ζωή sui generis, στην οποία ποτέ δεν ένιωσε αδικημένος. Για τον δικό του τρόπο ζωής και το δικό του σινεμά, με μάτι που γυαλίζει και εναλλαγές πονηρού χαμόγελου και γρήγορου βουρκώματος.
